θαυμαστός


θαυμαστός
3 удивительный

Ancient Greek-Russian simple. 2014.

Смотреть что такое "θαυμαστός" в других словарях:

  • θαυμαστός — ή, ό удивительный, изумительный; ΦΡ. Μέγας είσαι/ει, Κύριε, και θαυμαστά τα έργα σου! Велик еси, Господи, и чудны дела твоя! …   Η εκκλησία λεξικό (Церковный словарь Назаренко)

  • θαυμαστός — wonderful masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • θαυμαστός — ή, ό (AM θαυμαστός, Μ και θαμαστός, Α ιων. τ. θωμαστός, ή, όν) [θαυμάζω] αυτός που προκαλεί τον θαυμασμό, αξιοθαύμαστος, θαυμάσιος, εξαίρετος (α. «κατορθώματά τε θαυμαστὰ πραχθέντα ἔξ ἐκείνων», Διγεν.Ακρ. β. «ἔργα μεγάλα τε καὶ θωμαστά», Ηρόδ. γ …   Dictionary of Greek

  • θαυμαστότερον — θαυμαστός wonderful adverbial comp θαυμαστός wonderful masc acc comp sg θαυμαστός wonderful neut nom/voc/acc comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • θωμαστά — θαυμαστός wonderful neut nom/voc/acc pl (ionic) θωμαστά̱ , θαυμαστός wonderful fem nom/voc/acc dual (ionic) θωμαστά̱ , θαυμαστός wonderful fem nom/voc sg (doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • θωμαστότερον — θαυμαστός wonderful adverbial comp (ionic) θαυμαστός wonderful masc acc comp sg (ionic) θαυμαστός wonderful neut nom/voc/acc comp sg (ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • θωυμαστά — θαυμαστός wonderful neut nom/voc/acc pl (ionic) θωυμαστά̱ , θαυμαστός wonderful fem nom/voc/acc dual (ionic) θωυμαστά̱ , θαυμαστός wonderful fem nom/voc sg (doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • θαυμαστοτέρων — θαυμαστός wonderful fem gen comp pl θαυμαστός wonderful masc/neut gen comp pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • θαυμαστόν — θαυμαστός wonderful masc acc sg θαυμαστός wonderful neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • θαυμαστότατα — θαυμαστός wonderful adverbial superl θαυμαστός wonderful neut nom/voc/acc superl pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • θαυμαστότατον — θαυμαστός wonderful masc acc superl sg θαυμαστός wonderful neut nom/voc/acc superl sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)